Υπό απόλυση 38 εργαζόμενοι στην 131 Σμηναρχία Μάχης στο Άκτιο

Το θέμα των απολύσεων εκατοντάδων πολιτικών υπαλλήλων του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, μεταξύ των οποίων και 38 εργαζόμενοι στην 131 Σμηναρχία Μάχης στο Άκτιο, φέρνουν στη Βουλή οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Βαρεμένος, Θοδωρής Δρίτσας, Αγνή Καλογερή και Βασίλης Χατζηλάμπρου. Απολύσεων, που, όπως τονίζουν, είναι αδικαιολόγητες από οποιοδήποτε ορθολογικό κριτήριο και θα έχουν καταστροφικές συνέπειες για την εύρυθμη λειτουργία σημαντικών μονάδων και υπηρεσιών των ενόπλων δυνάμεων. 
Όπως συγκεκριμένα αναφέρουν στη σχετική ερώτησή τους, «έντονη ανησυχία προξενεί στο πολιτικό προσωπικό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας η επικείμενη απόλυση περίπου 400 εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΣΕΙΔΑΧ). Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε στις 31 Ιουλίου 2013 η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων του υπουργείου, η πολιτική ηγεσία αθετεί τις δεσμεύσεις της, διαψεύδει τον ίδιο της τον εαυτό και υπό την πίεση της τρόικας ετοιμάζεται να υπογράψει ομαδικές απολύσεις εργαζομένων που έχουν υψηλά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και η αιφνίδια απομάκρυνσή τους γκρεμίζει παραγωγικές μονάδες και υπηρεσίες που προσφέρουν πολύτιμο έργο στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα». 



Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ επικαλούνται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα το ειδικό επιστημονικό προσωπικό που απασχολείται στα Γενικά Επιτελεία, τους μετεωρολόγους και μηχανικούς Πληροφορικής της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, τους επιστήμονες, τεχνικούς και εργαζομένους του Πολεμικού Ναυτικού που έχουν ειδικότητες και τεχνική εξειδίκευση απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία κρίσιμων μονάδων του όπως ο Ναύσταθμος Σαλαμίνας, τους ακτινοφυσικούς και άλλους εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης που συμβάλλουν καθοριστικά στη λειτουργία των στρατιωτικών νοσοκομείων, ενώ για την περίπτωση των εργαζομένων στο FOB Ακτίου αναφέρουν ειδικότερα ότι:
«Σύμφωνα με δηλώσεις των εργαζομένων στον τοπικό Τύπο, στην 131 Σμηναρχία Μάχης οι 38 υπάλληλοι που απομακρύνονται απασχολούνται κυρίως στον τομέα της πυρασφάλειας, ενώ, όπως οι ίδιοι καταγγέλλουν, στο Άκτιο αυτή τη στιγμή απασχολούνται 27 συμβασιούχοι που προσελήφθησαν για την ενίσχυση του αεροδρομίου, ‘’συνεπώς δεν μπορούν να θεωρούνται οι ίδιοι πλεονάζον προσωπικό’’. Για τη συμβολή του προσωπικού στην εύρυθμη λειτουργία του FOB Ακτίου, ο τότε Διοικητής του διατύπωσε με το Φ.200/ΑΔ.166/985/Σ.427/26-3-2010 έγγραφό του την άποψη ότι ‘’το προσωπικό ειδικότητας πυροσβεστών και οδηγών ειδικών οχημάτων (πυροσβεστικών) έχει περατώσει την εκπαίδευση στα προβλεπόμενα σχολεία, σε όλους τους τύπους αεροσκαφών που διαθέτει η Πολεμική Αεροπορία και σε αεροσκάφη του ΝΑΤΟ που χρησιμοποιούν την 131 ΣΜ, σε ό,τι αφορά την πυρόσβεση, διάσωση και παροχή πρώτων βοηθειών’’, ενώ ‘’η δαπάνη που θα προκληθεί από την ανανέωση των συμβάσεων για ένα έτος ανέρχεται στο ποσό των 680.000 ευρώ περίπου και θα βαρύνει αποκλειστικά πιστώσεις ΝΑΤΟ. Σε αντίθετη περίπτωση, υπολογίζεται πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση ποσού 400.000 ευρώ περίπου ετησίως από πιστώσεις εθνικές’’ και, κατά συνέπεια, ‘’οι υποχρεώσεις της Μονάδας καθιστούν απαραίτητη την ανανέωση της σύμβασης των εν λόγω υπαλλήλων, καθώς καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες’’. Είναι πρόδηλο ότι κανένα κριτήριο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απομάκρυνση της συγκεκριμένης κατηγορίας προσωπικού». 
Οι βουλευτές υπενθυμίζουν ότι «με βάση στοιχεία του έτους 2011, οι οργανικές θέσεις πολιτικού προσωπικού του υπουργείου Εθνικής Άμυνας είναι υποστελεχωμένες σε ποσοστό που πλησιάζει το 60%», γεγονός που οδήγησε τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Δ. Αβραμόπουλο, στη διάρκεια της προηγούμενης θητείας του, να απευθύνει προς το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης το με στοιχεία Φ.470.1/64/465/Σ.114/11-4-2012 έγγραφο με το οποίο ζητούσε την πρόσληψη συνολικά 643 ατόμων». 
Τονίζουν ότι από τα παρατεθέντα στοιχεία συνάγεται ότι «αφενός στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν υπάρχει προσωπικό ‘’χαμηλών προσόντων’’ και, αφετέρου, ότι δεν τίθεται κανένα θέμα ‘’πλεονάζοντος προσωπικού’’ που να δικαιολογεί οποιαδήποτε απομάκρυνση εργαζομένων -αντίθετα, είναι απαραίτητη η άμεση κάλυψη των κενών θέσεων και η εξασφάλιση της εργασιακής ασφάλειας και ειρήνης του προσωπικού».