Η επιστροφή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στη γενέτειρα του

Γράφει η Ειρήνη Σωτηρίου

Δημοσιογράφος, Διοικητικό Στέλεχος, Διεθνολόγος

Μεταπτυχιακό δίπλωμα σε Διεθνείς Σχέσεις & Στρατηγικές Σπουδές

Η επιστροφή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού λαμπρύνει την γενέτειρα γη, το Μέγα Δένδρο του Θέρμου και συνακόλουθα τον Νομό μας. Η επάνοδος του Προστάτη, Πολιούχου της Ιεράς Μητροπόλεως, του Ιερομάρτυρα και Ισαποστόλου, Αγίου Κοσμά μέσα σε κλίμα θρησκευτικής ευλάβειας και κατάνυξης είναι πλέον γεγονός. Οι πολύχρονες προσπάθειες απέδωσαν καρπούς και τμήμα του Ιερού Λειψάνου του θα παραμείνει μονίμως στην Ιερά Μονή στο Μέγα Δένδρο, καθιστώντας την φάρο ορθοδοξίας. Η συμβολή του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, κκ Αναστάσιο, ο οποίος μετέφερε το Ιερό Λείψανο ήταν καθοριστική. «Η παρουσία του Αγίου στην Ιερά Μητρόπολή μας θα την προστατεύει, θα στηρίζει όλους μας, θα μας εμπνέει, θα μας καθαγιάζει, θα μας αφυπνίζει, θα μας οδηγήσει στη μετάνοια και τη σωτηρία, θα μας φωτίζει στο δρόμο του Θεού, όπως εφώτισε το υπόδουλο γένος μας τα πικρά χρόνια της σκλαβιάς» σημείωσε ο Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ Κοσμάς.

Ο εθνομάρτυρας Άγιος, του οποίου την μνήμη τιμά η εκκλησία μας την 24η Αυγούστου, γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο της επαρχίας Αποκούρου (Θέρμου) της Αιτωλίας και τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο Κρυφό Σχολείο του Μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής στη Μάνδρα Θέρμου. Το 1743, πηγαίνει στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, όπου ο Μέγας Δάσκαλος, Ευγένιος Βούλγαρης τον εμύησε στα μεγάλα σχέδια του για την απελευθέρωση του Έθνους, την κατάκτηση του ποθούμενου, όπως χαρακτηριστικά σημείωνε στα κηρύγματα του για να μην κινεί υποψίες κατά τα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το 1759, έγινε μοναχός στη Μονή Φιλοθέου, όπου άλλαξε και το όνομα του από Κώστας στο μοναχικό Κοσμάς και το 1760 εγκαταλείπει την Μονή και κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν και ο αδελφός του, Χρύσανθος. Σε ηλικία 46 ετών, λαμβάνει την άδεια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Σεραφείμ Β’ και ξεκινά το ιεραποστολικό του έργο. Ο Πατροκοσμάς περιηγήθηκε και δίδαξε από την Κωνσταντινούπολη ως τη Ρόδο και από την Κάρπαθο ως τη Βόρεια Ήπειρο.


Στις 24 Αυγούστου 1779, οι Τουρκαλβανοί κρέμασαν τον Κοσμά στο Καλικόντασι της Β. Ηπείρου με την κατηγορία ότι ξεσήκωνε τους Έλληνες κατά των Τούρκων για ν’ αποκτήσουν την ελευθερία τους. Το τίμιο λείψανο, αφού το γύμνωσαν, οι δήμιοι το έσυραν και το έρριψαν στον ποταμό Αψό με μια πέτρα στο λαιμό. Εν τω μεταξύ, έμαθαν οι Χριστιανοί το μαρτύριο του Πατροκοσμά και έσπευσαν να βρουν τον Άγιο τους. Τρεις ημέρες είχαν περάσει άκαρπες, ώσπου ο εφημέριος της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Καλικόντασι, ο παπά- Μάρκος μπαίνει στο βαρκάκι του και κάνοντας με πίστη το σταυρό του, αξιώνεται να δει το Άγιο Λείψανο να πλέει επάνω στο νερό του ποταμού και να στέκεται όρθιο σαν να ήταν εν ζωή. Στη συνέχεια, μετέφερε με την βάρκα του και ενταφίασε το Λείψανο του Αγίου Δασκάλου του γένους στο νάρθηκα της εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Καλικόντασι.

Η πολύπλευρη πνευματική του προσφορά εστιάζεται στο τιτάνιο εθναποστολικό του έργο στα χρόνια της σκλαβιάς του γένους. Μάλιστα, έδρασε μέσα σ΄ ένα πνευματικό Μεσαίωνα, που ευνοούσε τα σχέδια των κατακτητών για εξισλαμισμό των ραγιάδων. Αποστολή του ήταν η ανάταση του υπόδουλου ελληνισμού και η διατήρηση της σπίθας της λευτεριάς στην ψυχή των σκλάβων. Την δύναμη του στην προσπάθεια αυτή αντλούσε από την ψυχική έπαρση, ενώ όπλο του ήταν ο λαός. Ο λόγος του φωτιά για την αδικία, την εκμετάλλευση, την επίδειξη πλούτου, την ασέβεια, την καταπίεση, άλλοτε ήταν παρηγορητικός, άλλοτε πάλι ενθαρρυντικός. Διδάσκει την κοινωνική αλληλεγγύη, την θρησκευτική ευλάβεια και την αγάπη προς την παιδεία.

Εκτός από κήρυκας της ορθόδοξης πίστης, υπήρξε θερμός υποστηρικτής της ελληνικής παιδείας, καθώς πίστευε ότι μέσω αυτής θα έρθει η αναγέννηση του έθνους. Έτσι, προέτρεπε τους σκλαβωμένους Έλληνες να μάθουν γράμματα και ασχολήθηκε με την ίδρυση σχολείων σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας. «Πρέπει να στερεώνετε σχολεία ελληνικά να φωτίζονται οι άνθρωποι •διότι διαβάζοντας τα ελληνικά, τα ηύρα όπου λαμπρύνουν και φωτίζουν τον νούν του μαθητού ανθρώπου, καθώς φωτίζει ο ήλιος την γην, όταν είναι ξαστεριά και βλέπουν τα ομμάτια μακριά, έτσι βλέπει και ο νους τα μέλλοντα» σημείωνε σε μια αποστροφή του λόγου του. Μάλιστα, ο απόστολος της ορθοδοξίας και του ελληνισμού, ο Κοσμάς ο Αιτωλός έφτασε αυτός καλόγερος να σκαρφαλώσει πάνω σε μια εκκλησία, κραυγάζοντας: «Σχολείο θα χτίσετε! Σχολείο, δίχως σχολείο, ούτε θρησκεία, μπορεί να έχετε».

Στον απολογισμό του έργου του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που είναι η κορυφαία έκφραση της πνευματικής και παιδευτικής παράδοσης της Ρωμιοσύνης, συγκαταλέγονται περίπου 210 ελληνικά σχολεία, ενώ άλλα 1.100 μικρότερης βαθμίδας λειτούργησαν σ’ όλη την Ελλάδα.

Η σχέση του με το χρήμα είναι αποκαλυπτική με την φράση του : «Και τι πληρωμήν θέλω εγώ; χρήματα; Και τι να τα κάμω; Εγώ, με την χάριν του Θεού, μήτε σακούλα έχω, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο• και το σκαμνί, όπου έχω ιδικόν σας είναι, το οποίο εικονίζει τον τάφον μου».

Τα διδάγματα του Κοσμά του Αιτωλού εξακολουθούν να είναι επίκαιρα μέσα στη διαδρομή του χρόνου. Στις προκλήσεις των καιρών η μοναδική απάντηση μας είναι η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο δια μέσου της παιδείας. Το δικαίωμα στην ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση ανεξαρτήτως οικονομικής και κοινωνικής θέσης είναι αναφαίρετο. Με την αυτοθυσία του ο Κοσμάς ο Αιτωλός απέδειξε έμπρακτα ότι ο θάνατος για ένα υψηλό ιδανικό, όπως το έθνος και η εθνική συνείδηση είναι προτιμότερος από την ζωή χωρίς ιδανικά. Έτσι, είναι δυνατόν να αποτελέσει εφαλτήριο δημιουργίας, προόδου και ανάπτυξης η προσήλωση στην εθνική οντότητα. Εξάλλου, η παράδοση αποτελεί την καλύτερη ασπίδα μας και εγγύηση για μακροημέρευση του κράτους και ευημερία των πολιτών.

Ως ελάχιστος φόρος τιμής στην προσφορά του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού προς την Ορθοδοξία και το Έθνος είναι το ευλαβικό προσκύνημά μας στο τμήμα του Ιερού Λειψάνου του στο Μέγα Δένδρο Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας.