Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Όπως τότε, ακριβώς...

Γράφει ο Βασίλης Πάικος

Δημοσιογράφος

Έτσι και τότε, το 1922, μετά την καταστροφή. Με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Όπως σήμερα στην Κω, στα Διαβατά, στο Σχιστό, τελευταία και στην Ειδομένη.

Έτσι και τότε. Κάποιοι ντόπιοι «παλιοελλαδίτες», σε διάφορες περιοχές της χώρας, ξεσηκώνονταν εναντίον των προσφύγων. Εναντίον του ενδεχομένου εγκατάστασης προσφύγων στην περιοχή τους, για να κυριολεκτούμε. Έτσι για να μη μαγαριστούν. Ή, ίσως, για να μην έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με τη δυστυχία την απόλυτη. Και με τις ενοχές τους.

Όπως τώρα, με τους «άλλους» πρόσφυγες. Προκειμένου να μην «επιβαρυνθεί», λέει, η γειτονιά τους από το μίασμα...

Μα τι σχέση έχει, θα ρωτήσει κάποιος. Οι Μικρασιάτες ήταν ομοεθνείς και ομόδοξοι. Ενώ ετούτοι εδώ, οι τωρινοί, ξένοι και αλλόθρησκοι. Δεν βαριέστε, και τότε κι εκείνους έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να τους νιώσουν δικούς τους οι παππούδες μας. Τουρκόσπορους τους ανέβαζαν, αλάδωτους τους κατέβαζαν, και τις γυναίκες τους παστρικιές. Τους καταδίωκαν δε, τους απειλούσαν και τους προπηλάκιζαν όπου και όπως μπορούσαν.

Ακόμη και η «Καθημερινή» του Γεωργίου Βλάχου «προσφυγική αγέλη» τους αποκαλούσε. Ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις αιματηρών επιθέσεων ντόπιων σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Με γαλανόλευκες μπροστά, ότι και καλά υπερασπίζονται τα πάτρια. Και επικεφαλής δημάρχους και τότε, τοπικούς πολιτευομένους, συχνά και παπάδες.

Και τότε, όπως τώρα, θαλασσοπνίγονταν οι άνθρωποι για να προσεγγίσουν τα νησιά μας, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη. Και όσοι τα κατάφερναν, έφταναν καθημαγμένοι, τσακισμένοι, ανθρώπινα κουρέλια. Για να συναντήσουν, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, την απόλυτη εχθρότητα ή την παντελή αδιαφορία για το δράμα τους, στην καλύτερη περίπτωση την άκρα καχυποψία. Μέχρι και την ευθύνη για θεομηνίες, για επιδημίες, για αγροτικές ασθένειες και για επιζωοτίες τους φόρτωνε συχνά η μισαλλόδοξη αμάθεια εδώ των δικών μας. Ότι, ας πούμε, σέρνουν την κατάρα.

Και βέβαια ναι, όπως τώρα στην Κω, στα Διαβατά, στο Σχιστό, στην Ειδομένη, έτσι και τότε οι ντόπιοι διαδήλωναν μαχητικά προκειμένου ν' αποτρέψουν το ενδεχόμενο συγκατοίκησης, συμβίωσης, ακόμη και απλής γειτνίασης μ' εκείνους. Και, συχνά, τα κατάφερναν...

Και οι άλλοι...

«Τα κύματα των μεταναστών απειλούν να μετατρέψουν την Ευρώπη και την Ελλάδα σε μια απέραντη κόλαση ισλαμικής τρομοκρατίας» ήταν η «κεντρική ιδέα» της εκδήλωσης που διοργάνωσε πριν από λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη ο Μητροπολίτης Άνθιμος. Έτσι, προκειμένου να καλλιεργήσει αντιισλαμικό πανικό, υποδαυλίζοντας τα φοβικά αντανακλαστικά του ακροατηρίου του. Ενώ με την ευκαιρία δεν παρέλειψε να κατακεραυνώσει και το τμήμα Ισλαμικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ως άκρως επικίνδυνο για τα ορθόδοξα ήθη του λαού μας. Προσθέτοντας και το πραγματικά απίστευτο, προπάντων για ιεράρχη. Ότι «το αγαπάτε αλλήλους έχει τα όριά του». Μάλιστα, τ' ακούσαμε κι αυτό. Όρια στο «αγαπάτε αλλήλους». Ο Άνθιμος λοιπόν αποφάσισε να διορθώσει τον Ιησού. Συμπληρώνοντας και «επικαιροποιώντας» τις παραινέσεις προς τους μαθητές του στον Μυστικό Δείπνο.

Τίποτα πρωτότυπο, τίποτα καινούργιο και επ' αυτού. Έτσι και τότε, μετά το 1922. Σε πολλές περιπτώσεις παπάδες έμπαιναν επικεφαλής των «Αγανακτισμένων». Επιχειρώντας μάλιστα να προσδώσουν στην επιχείρηση και... θεολογικού χαρακτήρα αποχρώσεις. «Προσβάλλουν την τάξη του Θεού» έλεγε, για τους πρόσφυγες που αναζητούσαν καταφύγιο, ο παπα - Γρηγόρης στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη. Απειλώντας με αφορισμό όσους τους συνέδραμαν.

Η Κως, τα Διαβατά, το Σχιστό, η Ειδομένη. Με τα αντιπροσφυγικά μπλόκα της ντροπής. Του όποιου αριθμού, έστω, των κατοίκων. Και με επικεφαλής τους δημάρχους. Όταν εκείνοι, «της Γης οι κολασμένοι», φτάνουν στα μέρη μας για να γλιτώσουν τη ζωή τους από τον πόλεμο. Τον πόλεμο για τον οποίο κι εμείς, ως Ευρωπαίοι, δεν είμαστε ανεύθυνοι, κάθε άλλο. Όπως και τότε, οπότε για να σώσουν τη ζωή τους έφταναν εδώ οι πρόσφυγες του 1922. Προκειμένου να γλυτώσουν την εκδικητική μανία των ορδών του Κεμάλ. Για έναν πόλεμο για τον οποίο εμείς εδώ είχαμε την πλήρη ευθύνη. Τη ζωή τους εκείνοι, τον τουρισμό μας εμείς. Ή την αξία των σπιτιών μας, των χωραφιών μας. Ή, συνηθέστερα, την ησυχία μας, τη βολή μας.

Όμως... Και τότε βρέθηκαν ντόπιοι «παλιοελλαδίτες» που βοήθησαν, όπως και όσο μπορούσαν, τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Που τους πήραν στα σπίτια τους, που τους έδωσαν δουλειές, που τους συνέδραμαν, που τους περιέθαλψαν. Ίσως ήταν πολλοί, μπορεί και οι περισσότεροι, ποιος ξέρει; Οι άλλοι πάντως έμειναν στην Ιστορία. Οι διώκτες των «τουρκόσπορων» κατεγράφησαν στην εθνική μνήμη.

Ε, ας ελπίσουμε ότι, σήμερα, όταν περάσει το κακό, θα 'χουμε να θυμόμαστε περισσότερο, τους νησιώτες μας στη Λέσβο, στη Χίο, στη Λέρο, στη Σάμο, στην Κάλυμνο. Κι ακόμη τους λιμενικούς, τους εθελοντές, όλους αυτούς που σήμερα μας κάνουν υπερήφανους. Αυτούς που, καθώς θέλουμε να πιστεύουμε, αποτελούν το μέτρο του πολιτισμού μας. Και όχι τους «Αγανακτισμένους» με τη γαλανόλευκη. Όχι την Κω, τα Διαβατά, το Σχιστό, την Ειδομένη...


Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η ΑΥΓΗ"