Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Περιηγητικά: Ο Χιονάτος

Άνοιξε το ένα βλέφαρο, κοίταξε απλανώς τον απέναντι τοίχο, άνοιξε και το άλλο. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έμπαιναν ανάμεσα απ’ τις γρίλιες του σφιχτόκλειστου παραθύρου. Πρωί! Ξημέρωσε! Σήκω!

Με σβελτάδα θαυμαστή πέταξε από πάνω του τα σεντόνια και τα σκεπάσματα και στάθηκε όρθιος, τεντώνοντας με κάποιο κρυμμένο αυτοθαυμασμό την καλοδεμένη κορμοστασιά του. Μέτρια στο ύψος, αλλά καλοδεμένη.

Ξημέρωσε! Τι όμορφο συναίσθημα! Αυτή η μοναδικότητα του νέου, του φρέσκου, του αναδυόμενου, που τα ανθρώπινα όντα απολαμβάνουν κάθε πρωί και τους γεμίζει με αισιοδοξία και γλυκειά προσμονή για τα απρόβλεπτα και τα μυστήρια που έρχονται τρέχοντας μέσα σε λίγες ώρες, μέχρι την αδιόρατη θλίψη της αμφιλύκης του δειλινού.

Όμως, όχι ρεμβασμοί και σκέψεις τώρα, είναι πρωί και έχει μια ολόκληρη μέρα μπροστά του και πολλά πράγματα να κάνει. Εγκαταστάθηκε λίγο καιρό πριν στη μικρή Πολιτεία κοντά στο νερό ψάχνοντας τον προορισμό του, την πρόκλησή του, το δημιούργημά του. Η ζωή του ήταν πεζή, συνηθισμένη, χρειαζόταν δημιουργία. Και τη βρήκε. Η έμπνευση του ήρθε κοιτάζοντας ένα παλιό βιβλίο με ζωγραφιές χρωματιστές, τοπία κάποιας παλιάς επαρχίας των παιδικών του χρόνων, με τους δρόμους χωμάτινους και τα σπιτάκια χαρούμενα και χαμηλά, με αυλές ασπρισμένες και τενεκέδες ασπρισμένους με ανθισμένα γεράνια και τα δέντρα ασπρισμένα στο κάτω μέρος «για να σκοτωθούν τα μικρόβια». Κοιτάζοντας τις εικόνες με νοσταλγία, σκέφτηκε ότι ίσως να μπορούσε να ξαναφέρει τα νιάτα του να γυρίσει το ρολόι πίσω, να ξαναγίνουν τα σπίτια χαρούμενα ανθισμένα και …… ασπρισμένα. Εύκολο του φάνηκε. Ντύθηκε σταυροφόρος, ή μάλλον «πινελοφόρος» γέμισε κουβάδες με ασβέστη και βγήκε στη γειτονιά του.

Ξεκίνησε ασπρίζοντας μια μουριά που ήταν έξω από την πόρτα του, συνέχισε με μια λεύκα, πήρε σειρά τις νερατζιές του δρόμου, έφτασε και στα αρμυρίκια, περιέλαβε κάτι πευκάκια που απάντησε και σταμάτησε μπροστά στο φοίνικα. Τον κοίταξε προσεκτικά: πώς ασπρίζεται ο φοίνικας? Δοκίμασε να απλώσει το χρώμα, αλλά ο άγριος κορμός και οι σπογγώδεις απολήξεις των κλαδιών ρούφηξαν το υγρό χρώμα αφήνοντας την επιφάνεια όπως ήταν. Κατέληξε σκεπτικός: δεν ασπρίζεται ο φοίνικας.

Όμως, τι ιδέα! Μόλις είδε την κολώνα της ΔΕΗ, εκεί δίπλα, ξύλινη είναι κι αυτή, σαν κορμός δέντρου. Την άσπρισε και συνέχισε στις άλλες κολώνες της ΔΕΗ, του ΟΤΕ και μετά πήγε στους τσιμεντένιους στύλους του φωτισμού, δε γλύτωσαν ούτε τα σήματα της Τροχαίας. Σα δέντρα δεν είναι κι αυτά ? Και συνέχισε να βάφει και να βάφει και να βάφει….! Και στο πέρασμά του όλα τα στεκούμενα ντύθηκαν στα άσπρα, άλλα με παντελόνια κι άλλα με φούστες, κι ο Χιονάτος συνέχισε, μέχρι που η Πολιτεία βούτηξε στο γιαούρτι από τη μέση και κάτω.

Όμως τα νιάτα του δεν γύρισαν, ούτε τα σπίτια έγιναν χαρούμενα, ούτε τα δέντρα άνθισαν, παρά μόνο άσπρισαν, όπως και τα μαλλιά του Χιονάτου.

BARTHOLDY