Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Χωρίς Έλεος και Αγάπη... στην «Αγιά Λεούσα»

Γράφει η Ναυσικά Καπνίση
Ιστορικός Τέχνης
Αυτοαποκαλούμενος «αστυνομικός» βιαιοπράγησε έναντι δύο αγνώστων προς αυτόν γυναικών, διότι δεν υπάκουσαν στην επιθυμία-«εντολή» του, στο προσκύνημα της Παναγίας Ελεούσα.
Στη γιορτή της «Αγιά Λεούσας», όπως έλεγε η πολυαγαπημένη μου γιαγιά την χθεσινή εορτή, βρέθηκα και εγώ ακολουθούμενη από τη μητέρα μου, όπως εκατοντάδες ανθρώπων από τις γύρω περιοχές. Ακολουθώντας το έθιμο που μάθαμε από τα παιδικά μας χρόνια στο Μεσολόγγι, πήγαμε και εμείς να προσκυνήσουμε τη «Χάρη» της και να ανάψουμε τις λαμπάδες της Λαμπρής στο μοναστήρι της. Φτάνοντας στο ύψος της Ε.Ο. Μεσολογγίου-Αγρινίου όπου βρίσκεται το μοναστήρι, βλέπουμε τις ουρές των παρκαρισμένων αυτοκινήτων στα δεξιά και στα αριστερά του δρόμου. Σε ρυθμό σημειωτόν, διανύσαμε τα λιγοστά μέτρα πριν τον προαύλιο χώρο του μοναστηριού, λόγω των αυτοκινήτων που στάθμευαν και απο-στάθμευαν ώστε να αφήσουν χώρο για τα νέο-αφιχθέντα οχήματα.
Θεώρησα τον εαυτό μου ευλογημένο όταν στον υπαίθριο χώρο απέναντι του μοναστηριού βρήκα μια κενή θέση παρκαρίσματος. Δεν το θεώρησε όμως ευλογία και ο νεαρός άντρας ενός άλλου αυτοκινήτου, άρτι παρκαρισμένου μερικά δευτερόλεπτα πριν του δικού μου, και που εκείνη τη στιγμή έβγαινε από τη θέση του οδηγού. Προχώρησε προς το μέρος μου και φωνάζοντας ότι ήταν «ασφάλεια του μοναστηριού» απαιτούσε να μετακινήσω το αυτοκίνητό μου με το πρόσχημα ότι εμποδίζω την διέλευση των οχημάτων. Ρίχνοντας μια ματιά στα αυτοκίνητα γύρω μου, διαπίστωσα ότι ουδέν εμπόδιζα ούτε στην διέλευσή του αλλά ούτε και στο παρκάρισμά του. Έτσι λοιπόν, ως φιλειρηνική πολίτης, αποφάσισα να τον αγνοήσω και να συνεχίσω την πορεία μου προς το προσκύνημα. Ο νεαρός όμως άντρας, συνοδευόμενος από μια ομάδα γυναικών, θεώρησε «προσβολή» το γεγονός ότι δεν εισακούστηκε! Άρχισε, λοιπόν, να απειλεί ότι θα «με γράψει» όπως είπε, (για… ‘σωστό παρκάρισμα’ σκεπτόμουν εγώ!) και εμποδίζοντάς με να συνεχίσω το δρόμο μου, με πίεζε να μετακινήσω το όχημα. Συνοδεία του, οι γυναίκες της παρέας του, μου φώναζαν ότι δεν υπακούω τον «αστυνομικό». Του απάντησα: «κάνε ότι νομίζεις καλύτερο, άνθρωπέ μου», και δοκίμασα να συνεχίσω την πορεία μου προς το μοναστήρι, προστατεύοντας όσο γίνονταν τη μητέρα μου και θέλοντας να αποφύγω τα χειρότερα από έναν πολίτη όπως τον έβλεπα εγώ, εφόσον δεν φορούσε ούτε στολή ούτε διακριτικά αστυνόμου.
Όμως, τα χειρότερα έπονταν! (Η συνέχεια ΕΔΩ...)