Το μοναστήρι της Παναγιάς της Μυρτιώτισσας, είναι πραγματικά μια αποκάλυψη. Ανακαλύψτε το!

Γράφει η Φωτεινή Τσιτσώνη - Καβάγια
Εκπαιδευτικός

Είναι ένα τοπίο εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς, ανεπιτήδευτης, στο νομό Αιτωλ/νίας, ανάμεσα στις επαρχίες Μεσολογγίου και Τριχωνίδας, απόστασης περίπου μιας ώρας από το Μεσολόγγι.  Είναι μια καταπράσινη κοντυλιά στην πλαγιά του Παναιτωλικού, πλάι σε δάση από πλατάνια και ιτιές και σε περιβόλια με λεμονοπορτόκαλα, που αυτή την εποχή δεν αντέχουν άλλο να κρατηθούν πάνω στα δέντρα και σκορπίζουν κάτω κι ολόγυρα απ’ αυτά

Στο γραφικό αυτό τοπίο, γαντζωμένο κυριολεκτικά στους πρόποδες του βουνού, δεσπόζει το μοναστήρι της Παναγιάς της Μυρτιώτισσας, που στέκει εκεί με πείσμα στο πέρασμα των καιρών, εδώ και οχτώ αιώνες πότε λουσμένο στο άπλετο φως του ήλιου και πότε τυλιγμένο στη σκοτεινιά των σύννεφων και της ομίχλης. Παρακάμπτοντας τον εθνικό δρόμο Αγρινίου-Αντιρρίου, στο ύψος της στροφής προς Παναιτώλιο, περνάς από πανέμορφα παραλίμνια χωριά, με οργιώδη βλάστηση, καταπράσινα δάση από πλατάνια, ιτιές και πικροδάφνες, περιβόλια και ελαιώνες, για να φτάσεις σ’ αυτό.

Παναιτώλιο, Καινούριο, Παραβόλα, Παντάνασσα, Ντουγρί, Μυρτιά με τα Λουτρά και τα ονομαστά σαγκουίνια της ξετυλίγονται και φανερώνονται στο διάβα σου! 



Κι ανεβαίνοντας προς το μοναστήρι, από κάτω σου αγναντεύεις ν’ απλώνεται η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας, η Τριχωνίδα, ή Καλυδώνα λίμνη, όπως ήταν η αρχαία της ονομασία, με τη μεγάλη βιοποικιλότητά της σε πανίδα και χλωρίδα, όπου διαβιεί η Βίδρα, ένα σπάνιο θηλαστικό, που στην περιοχή απαντάται μόνο εκεί καθώς και στο παραποτάμιο δάσος του Φράξου, αλλά και ο νανογωβιός, ένα μικρό ψαράκι, μήκους μόνο 5 εκ.. 

Η λίμνη αυτή δίνει ζωή σ’ όλη τη γύρω περιοχή και συμβάλλει τα μέγιστα στην οικονομία του τόπου. Και μοιάζει με μια μεγάλη θάλασσα, που κυριολεκτικά εξουσιάζει όλο τον τόπο γύρω της, ανάμεσα στο Παναιτωλικό, τα βουνά της Ναυπακτίας και τον Αράκυνθο, απ’ όπου και συγκεντρώνει τα νερά της. Δεν υπάρχει ούτε μια σπιθαμή Γης, εκεί, που να μην υδρεύεται και να μην αρδεύεται απ’ αυτή.

Τα νερά της, όταν υπερχειλίζουν, ανταμώνουν τα νερά της γειτονικής λίμνης Λυσιμαχίας κι αδερφώνεται μαζί της:

«Ξέρω δυο λίμνες ξωτικιές, δυο λίμνες αδερφάδες,

με του χωριού, με του νερού, με του χλωρού τα κάλλη,

για ονειροπλέχτες έρωτες και για τραγουδιστάδες,

τη λίμνη τ’ Αγγελόκαστρου, του Βραχωριού την άλλη».

Έτσι, τραγούδησε ο Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, τότε, που στο σημείο που αγκαλιάζονταν σαν αδερφές οι δυο λίμνες, μετά τα στενά της Κλεισούρας, που ο δρόμος ανοίγει προς Αγρίνιο, τα νερά τους σκεπάζονταν από ανθισμένα νούφαρα κι από πυκνές καλαμιές.

Κι ο κύκλος της παραλίμνιας περιοχής συνεχίζεται από την άλλη μεριά, περνώντας τα απομεινάρια των γεφυριών του Αλάμπεη, προς Γαβαλού, Ματαράγκα, Παπαδάτες, Γραμματικού, Τριχώνιο, ενώ, σε υψόμετρο 360 μ. Β. Α. της λίμνης δεσπόζει ο οικισμός του Θέρμου, εμπορικό, συγκοινωνιακό και πολιτιστικό κέντρο της ευρύτερης ορεινής Τριχωνίδας

Κι έτσι, λοιπόν, παίρνοντας το δρόμο της ακρολιμνιάς, μέσα στην αφθονία του νερού και του πράσινου, και στα πανέμορφα χρώματα των λουλουδιών, που στολίζουν το τοπίο, περνώντας όλους τους παραλίμνιους οικισμούς, φτάνεις στο μοναστήρι της Παναγιάς. 

Το τοπίο γύρω σου, με την απαράμιλλη ομορφιά του και τη γαλήνη του, μέσα στην αγριάδα του, σου αποζημιώνει τις αισθήσεις. Το χώμα κόκκινο, ο αέρας δροσερός, το φως γύρω σου εκτυφλωτικό.

Είναι το μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης ή της Μυρτιάς ή της Μυρτιώτισσας, που τιμάται στη γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου και που η ιστορία του ξεκινά από τα χρόνια του Βυζαντίου, μια ιστορία πολλών χρόνων, αφού πέρασαν από εκεί και Βενετοί και Φράγκοι και Τούρκοι και στα νεότερα χρόνια Γερμανοί κατακτητές, που όλοι τους άφησαν τα σημάδια του περάσματός τους σ’ αυτό!

Η ιστορία του μοναστηριού σε ταξιδεύει περίπου 800 χρόνια και πλέον πίσω! Τότε ήταν, που στη ρίζα μιας μυρτιάς,(σμυρτιάς) ή μυρσινιάς, βρέθηκε από κάποιους βοσκούς η εικόνα της Παναγίας, που ο θρύλος λέει πως έφυγε από κάποιο γειτονικό μοναστήρι και πήγε εκεί. Στη θέση όπου βρέθηκε, στο χωριό αυτό, οι χωριανοί έχτισαν ένα μικρό εκκλησάκι και αργότερα το μοναστήρι.

Και το χωριό ήταν η Μυρτιά, πρώην Γουρίτσα (Κουρήτις Γη, ή Κουρήτισσα και κατά παραφθορά Γουρίτισσα και Γουρίτσα), Δηλ. η ονομασία σε παραπέμπει στη γη των Κουρητών, ενός πανάρχαιου ελληνικού φύλου, που κατοικούσε στην περιοχή πριν από τους Αιτωλούς. Ένας άλλος θρύλος θέλει και την ονομασία Γουρίτσα να προέρχεται από παραφθορά της λέξης «κορίτσια», επειδή κατά την Τουρκοκρατία ο Αλή πασάς αναζητούσε για το χαρέμι του σ’ αυτή την περιοχή τα όμορφα κορίτσια του τόπου, που είχαν κρυφτεί εκεί για να γλιτώσουν και τον οποίο τύραννο απομάκρυνε από το μέρος αυτό κάποιο θαύμα κι έτσι γλίτωσαν!

Σήμερα, στο μοναστήρι, στο παρεκκλήσι του ιερού Αυγουστίνου, στη θέση «Θρόνος της Παναγίας», υπάρχει αντίγραφο της εικόνας αυτής της Παναγίας, που βρέθηκε στη μυρτιά. Είναι η «Ελπίς των Απελπισμένων», και είναι έργο του 1491, φιλοτεχνημένη από τον ονομαστό αγιογράφο Ξένο Διγενή.

Στα κειμήλια της Ιεράς Μονής ανήκε και μια άλλη πολύτιμη εικόνα, η φορητή εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, έργο του αγιογράφου, Ιωάννη Ζωγράφου, του 1659. Οι πληροφορίες για τη φιλοτέχνησή της ήταν γραμμένες στο πίσω μέρος της από το μεγάλο δάσκαλο του Γένους και μοναχό Ευγένιο Γιαννούλη, τον Αιτωλό, που πέρασε από το μοναστήρι κι έμεινε ένα διάστημα σ’ αυτό. Η εικόνα δυστυχώς χάθηκε από τη Μονή στη δεκαετία του 70. Σήμερα υπάρχει αντίγραφό της στο Καθολικό του Μοναστηριού.

Η αγιογράφηση του ναού αυτού, που αποτελείται από αρκετά κτίσματα, είναι πλούσια, και είναι διαφόρων εποχών. Ξεκίνησε από τον πρώτο μικρό ναΐσκο του μοναστηριού, αυτόν του 1200μ.Χ. και συνεχίστηκε και στα μεταγενέστερα κτίσματα, που προστέθηκαν στην πορεία του χρόνου και τα οποία συνετέλεσαν ώστε ο αρχικός μικρός ναός να μετατραπεί σε ιερό βήμα.

Το μοναστηριακό συγκρότημα αρχικά ήταν μεγάλο, με πολλά κτήρια, που ήταν τα κελιά, το αρχονταρίκι, η τράπεζα, τα μαγειρεία, το υδραγωγείο, η κρύπτη, βοηθητικοί χώροι, αποθήκες και ελαιοτριβείο.

Σήμερα το μοναστήρι είναι κυριολεκτικά ένα πνευματικό κέντρο της περιοχής, που έχει κυριολεκτικά αναγεννηθεί χάρη στις αξιόλογες και υπεράνθρωπες προσπάθειες του αρχιμανδρίτη και Ηγουμένου της Μονής, πατρός Ιωσήφ Ζωγράφου, γιου του ιερέως Νικολάου Ζωγράφου, λειτουργού του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής Μεσολογγίου, που με την πνευματική του δράση, προσπαθεί να το αναδείξει και να το κάνει γνωστό όχι μόνο στην περιοχή αλλά και σ’ όλη τη χώρα.

Στη μονή λειτουργεί και βιβλιοθήκη, όπου σ’ αυτή από ίδρυσής της υπήρχαν βιβλία και κειμήλια των μοναστηριών που βρίσκονταν στη γύρω περιοχή, του Φωτμού της Τριχωνίδας, του Προδρόμμου της Δερβέκιστας, της Αγίας Παρασκευής, των Αγίων Αποστόλων και του Καταφυγίου. Τα περισσότερα από αυτά καταστράφηκαν κατά την πυρπόληση της Μονής από τους Γερμανούς το 1943, μετά από τη μάχη της Γουρίτσας κατά την οποία ύστερα από ενέδρα των ανταρτών εκεί, σκοτώθηκαν 132 Γερμανοί. Ο τελευταίος ένας από αυτούς που έμεινε, κατόρθωσε να φτάσει στο Αγρίνιο και να αναφέρει στους ανωτέρους του το συμβάν. 

Οι Γερμανοί τότε εκδικούμενοι, παρέδωσαν το χωριό της Μυρτιάς στις φλόγες μαζί με το μοναστήρι, οπότε καταστράφηκαν όλα τα κτίσματά του εκτός από το ναό και την κρύπτη.

Σήμερα, παρόλες τις κατά καιρούς επεμβάσεις και επιδιορθώσεις και συντηρήσεις, είναι έκδηλα τα σημάδια της βεβήλωσης πάνω στις πολύτιμες αγιογραφίες.

Παρά τη μεγάλη καταστροφή που υπέστη, η βιβλιοθήκη του μοναστηριού στις μέρες μας, διαθέτει περίπου 8.500 βιβλία θεολογικά και επιστημονικά και στεγάζεται σε ανανεωμένη πτέρυγα των παλιών κελιών.

Το μοναστήρι της Παναγιάς της Μυρτιώτισσας, είναι πραγματικά για τους πιστούς μια αποκάλυψη. Ανακαλύψτε το!

Η χάρη της Παναγίας περιμένει εκεί, όλους τους απελπισμένους, για να ανάψουν το κεράκι τους και να προσευχηθούν σ’ αυτήν, αφού άλλωστε είναι η «Ελπίς των απελπισμένων!». 

Κι όπως το κεράκι του κάθε πιστού που την επισκέπτεται θα καίγεται και θα σκορπίζει γύρω του συνεχώς τη χαρακτηριστική του μυρωδιά και τη θερμότητά του, που ίσως να μοιάζει σαν και τη θερμότητα της πίστης του καθενός, αυτός, θα ψιθυρίζει τα ονόματα οικείων αγαπημένων του «υπέρ υγείας και φωτισμού», ακόμα και «υπέρ αναπαύσεως» των προσφιλών κεκοιμημένων!

Και τότε είναι που θα νιώθει στην ψυχή του γαλήνη και αγαλλίαση!

Κι αφού προσευχηθεί, φεύγοντας, ίσως, πριν κλείσει πίσω του την πόρτα, ταιριάζει να ψιθυρίσει : «Παναγία μου, βοήθησέ με!».