“ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ” : Η πτώση της Βασιλεύουσας

Γράφει ο Παναγιώτης Ε.Πουλής,

Ομότιμος Καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης,

Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου PARIS 2

Η Ιστορία δεν είναι μια στείρα, νεκρά παρελθοντολογία που τείνει να υπηρετήσει το μέλλον. Ιστορία είναι η εκ νεκρών ανάσταση. Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα, τα οποία όχι μονάχα δεν φθείρονται, δεν ελαττώνεται η πρωταρχική τους λάμψη στο πέρασμα του χρόνου, αντίθετα ξεχωρίζουν περισσότερο για την ηθική τους επιβολή, για τη συνεχή ηθική τους ανανέωση.

Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ιστορία μας διδάσκει τα παρελθόντα, για να μπορούμε να δώσουμε ορθή κατεύθυνση στα παρόντα και στα μέλλοντα. Και με την ορθή κατεύθυνση προχωρούμε στο βίο μας, έχοντας ως πνευματική και ηθική βάση το παρελθόν. Στηριζόμαστε κυρίως στους προγόνους, στα κατορθώματά τους και το ηρωικό τέλος τους.

Αυτός είναι ο σκοπός του σημερινού πνευματικού μνημοσύνου. Σήμερα είναι μια τελετή μνήμης και ευγνωμοσύνης προς εκείνους που θυσιάστηκαν για την πίστη και την πατρίδα, τα δύο απαρασάλευτα και ασφαλή θεμέλια της ζωής και της προκοπής του Γένους μας.

Χαρά και τιμή με διακατέχει που βρίσκομαι τούτη την ώρα στο γενέθλιο τόπο μου, το Μεσολόγγι.

Ευχαριστώ θερμά τους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης για την τιμή που μου έκαναν να μιλήσω απόψε για την «Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, την Πτώση της Βασιλεύουσας».

«Ουκ εάλω η βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων», αναφέρει ο Νικηφόρος Βρεττάκος.

Θα προσπαθήσω να μιλήσω μέσα στο λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου για ταδιαδραματισθέντα γεγονότα της αποφράδας και θλιβερής ημέρας της πτώσης της Βασιλίδος. «Ημέρα Τρίτη ήτανε, ημέρα ολεθρία στα χίλια τετρακόσια πεντήκοντα και τρία, που η Πόλη μας η όμορφη και η Αγιά- Σοφιά μας σε χέρια πέσαν τούρκικα,ραγίστηκε η καρδιά μας…».

Ο Ελληνισμός δεν απέθανε την 29Η Μαΐου 1453. Τραγική και αναπόφευκτη για την ιστορία της φυλής μας ημέρα. Τραγική γιατί σήμανε την πτώση της Βασιλεύουσαςκαι τη διάλυση του Βυζαντινού κράτους, αναπόφευκτη γιατί ήταν μοιραίο μια αυτοκρατορία, η οποία επί χίλια χρόνια λάμπρυνε δια της παιδείας, της τέχνης, του πλούτου και της μεγαλοπρέπειας όλη την Ευρώπη, η οποία επί 1000 χρόνια υπήρξε το μόνο της Ηπείρου μας προπύργιο, αγωνιζόμενη κάθε εχθρό προς δυσμάς, προςβορράν και προς ανατολάς και ήταν μοιραίο να εξαντληθεί μια μέρα, να καταβληθεί και τελικά να υποκύψει.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δυο μέρες πριν από την Άλωση ονομάζει την πόλη «Ελπίδα και Χαρά πάντων των Ελλήνων».

Αξίζει να τονισθεί ότι με την μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους από τον Κωνσταντίνο, στις ακτές του Βοσπόρου για λόγους ασφαλείας, προήλθε ουσιαστικά ένα νέο κράτος που επί πολλές εκατονταετίες κράτησε τα σκήπτρα του πολιτισμού όλης της ανθρωπότητας.

Στο νέο κράτος θεμελιώθηκε ο Χριστιανισμός, ο οποίος έδωσε τους μεγάλους εκκλησιαστικούς φωστήρες, το Μέγα Βασίλειο, το Θεολόγο Γρηγόριο , τον Ιωάννη Χρυσόστομο και όχι μόνο.

Το κράτος αυτό διέδωσε με τους ιεραποστόλους του το χριστιανισμό, τον πολιτισμό,δημιούργησε την παγκόσμια νομοθεσία, την οποία και σήμερα ακόμη όλοι οι πολιτισμένοι λαοί χρησιμοποιούν.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν δοξασμένη και ξακουσμένη, η Νέα Ρώμη, η Πόλη του Κωνσταντίνου, η δόξα της Ελλάδος, η ελπίδα του Γένους, η Βασιλίς του πολιτισμένου κόσμου και κατά το Γάλλο Βυζαντινολόγο, Charles Diehl, η μητρόπολη της ορθοδοξίας.

Επιχειρώντας μια ιστορική επισκόπηση του θέματος,θέλω να υπογραμμίσω ότι ο Κωνσταντίνος, ανέλαβε το μαρτύριο που του επιφύλασσε η Ιστορία. Αντιληφθείς τον κίνδυνο προσπαθεί να τον αποφύγει μεταχειριζόμενος τη διπλωματία και κάθε άλλο έντιμο μέσο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Το κράτος αυτό δυστυχώς ήταν άμαχο, χωρίς αξιόλογο στρατό. Η Κωνσταντινούπολη δεν υπερασπιζόταν από ελληνικό στρατό, αλλά ως επί το πλείστον από ξένους.Ενίσχυση από τη Δύση δεν υπήρχε, τρόφιμα δεν υπήρχαν. Η Ευρώπη τους είχε λησμονήσει. Τα τείχη ήταν καταστραμμένα από τις συνεχείς επιδρομές. Οι λίγοι απομείναντες υποστηρικτές της αντί να ομονοούν, ήταν χωρισμένοι σε ενωτικούς και ανθενωτικούς. Όλες αυτές οι ελλείψεις και αδυναμίες επέφεραν το τελειωτικό κτύπημα.

Και ιδού τα συνταρακτικά γεγονότα :

«Ήταν ένα Μαγιάτικο χάραμα, όπου ο ήλιος δεν ήτανε καλά σηκωμένος από την Ανατολή, όπου δεν ήτανε δύο ώρες της ημέρας και οι Τούρκοι εμπήκανε στην Πόλη.Όσοι χριστιανοί αντιστέκανε με τ΄άρματά τους, όλους τους εκόφτανε» γράφει ανώνυμος λαϊκός χρονογράφος της άλωσης και συνεχίζει : « το πλήθος των εχθρών έμπαιναν μέσα, ωσάν μια θάλασσα φουσκωμένη από πολύν άνεμον, ωσάν το μελίσσιστο αμέτρητο, με μεγάλη χαράν και φωνές και αφωνάζανε Νίκη, Νίκη και επολεμούσανε δια να καταβάλουσι τους χριστιανούς».

Πεντακόσια εξήντα ένα χρόνια μας χωρίζουν από το τραγικό χάραμα της Τρίτης 29ηςΜαΐου 1453 και όπως εξιστορεί ο Βυζαντινός ιστορικός της Άλωσης Δούκας, «άμα άρχισε η μάχη και σάλευε ο τόπος από το κανονίδι και κρύβοταν ο ήλιος από τα βέλη, μια πόρτα, που την έλεγαν Κερκόπορτα, προς το βορεινό μέρος, βρέθηκε ανοιχτή καιαπό εκεί μπήκαν στην αρχή καμιά πενηνταριά Τούρκοι και ύστερα και άλλοι και άλλοικαι άρχισαν να χτυπούν από μέσα από το κάστρο τους βυζαντινούς και έτσι άρχισε μάχη γερή και άνιση». Η άμυνα έσπαζε παντού. Και τότε ακούστηκε μυριόστομη κραυγή : « Η Πόλις πάρθηκε». «Κόπηκαν ολωνώνε τα ήπατα», γράφει ο Φραντζήςπεριγράφοντας την Άλωση. Εάλω η Πόλις, εσήμανε το τέλος της ηρωικής αντίστασης που λίγοι μαχητές μαζί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο Βυζαντινό αυτοκράτορα, είχαν προβάλει στα αναρίθμητα πλήθη του Μωάμεθ Β΄ του Κατακτητή. Ήταν το τέλος μιας χιλιετίας περίλαμπρου πολιτισμού, ενός εκπληκτικούπάμφωτου δρόμου, μέσα στα σκοτάδια του τότε κόσμου, αλλά και κάτω από την αρχόμενη βαρύτατη σκλαβιά, μια μυστική ζύμωση για προσεχή Εθνική Αναγέννηση.

Οι Τούρκοι εισελθόντες στην Πόλη προέβησαν σε κάθε είδους λεηλασίες,βιαιοπραγίες, αρπαγές και φόνους «ουδενός φεισθέντες και προ ουδενός ορρωδήσαντες». Ο «Παμμέγιστος εκείνος ναός και θειότατος της του Θεού Σοφίας, ο ουρανός ο επίγειος, ο θρόνος της δόξης του Θεού, το χερουβικό όχημα και στερέωμα δεύτερον, η δια χειρών ποίησης, το θέαμα και έργον άξιον, της πάσης γης αγαλλίαμα, ο ωραίος και ωραίων ωραιότερος» και κατά τον ιστορικό : «Εγυμνώθη παντός κοσμήματος», μεταβλήθηκε σε τόπο πάσης ακολασίας «των οργιαζόντων επί τη νίκη κατακτητών».

Κορυφαίο σύμβολο η Αγιά Σοφιά. Γύρω απαυτό πλάστηκαν θρύλοι, έγιναν τραγούδια, σχημάτισε τη λιτανεία του, ένας ολόκληρος κόσμος ονείρου, που αναπήδησε από τη λαϊκή ψυχή. Οι καμπάνες του Μεγάλου Μοναστηριού ηχούσαν σταυτιά των σκλάβων και έδιναν παρηγοριά και ελπίδα, που κράτησαν ολόρθες τις ελληνικές ψυχές.

Η υποδούλωση των Ελλήνων στους πανίσχυρους Οθωμανούς είχε ολοκληρωθεί. Ο ελληνισμός βρισκόταν υποταγμένος σ’ ένα πρωτόγονο δυνάστη. Η ελευθερία υποκαταστάθηκε από τη σκλαβιά, η αξιοπρέπεια από την ταπείνωση και το φως από το σκοτάδι. Στην Πύλη του Ρωμανού, στις 29 Μαΐου 1453 έπεσε μαχόμενος σαν απλός στρατιώτης, ο τελευταίος Βυζαντινός Αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και μαζί του μια χιλιόχρονη αυτοκρατορία, η πνευματική κοιτίδα τουελληνοχριστιανικού πολιτισμού. «Τρεις ολόκληρες μέρες οι ορδές των βαρβάρων λεηλατούσαν, βιαιοπραγούσαν. Την τέταρτη μέρα σταμάτησαν όλα. Γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο να χαλάσουν». Ο ελληνισμός που απέμεινε ήταν ελάχιστος. Ο Αυτοκράτορας που κατά γενική ομολογία βυζαντινών ιστορικών και Λατίνων χρονογράφων, πολέμησε ηρωικά ως την τελευταία του πνοή που δεν υπήρξε ούτε υποκριτής ούτε άνανδρος, που προτίμησε τον θάνατο αντί μιας ατιμωτικής γι αυτόν συμφωνίας παράδοσης «έπεσε για τη δόξα και την ανάσταση των Ελλήνων».

Είναι άξια υπόμνησης η περίφημη απάντηση του Κωνσταντίνου, στην πρόσκληση του Μωάμεθ του Β΄ να παραδώσει την Πόλη, η οποία ήταν και απάντηση ολοκλήρου του Έθνους δια του στόματος του βασιλέως του : «Το δε την Πόλιν σοι δούναι ούτ εμόν εστίν ουτ΄ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών», δηλαδή του να σου παραδώσω την πόλη, ούτε δική μου θέληση είναι, ούτε και κανενός άλλου απ΄όσους κατοικούν σ΄αυτή , γιατί όλοι, με κοινή και αβίαστη θέληση, αποφασίσαμε να πεθάνουμε και δε θα λογαριάσουμε τη ζωή μας .

Με την παραπάνω απάντηση του, ο Κωνσταντίνος ήθελε να βασιλεύσει εντίμως ή αν αυτό δεν ήταν δυνατόν, να πέσει εντίμως. Γι αυτό και όταν καμιά ελπίδα δεν υπήρχε για σωτηρία ο Παλαιολόγος συνέχιζε να πολεμά, ορμώντας στο μεγάλο πλήθος των εχθρών. Και κανείς πια δεν τον ξαναείδε(…).«Ο Θρύλος και ο ύμνος πήραν στα φτερά τους την μορφή του και καθαρμένη πια απ΄το μαρτύριο και από τον θάνατο την έκαναν Σύμβολο. Σύμβολο του Γένους. Και το Σύμβολο αυτό εθέρμανε και εφώτιζε χιλιάδες νύχτες, νύχτες ατέλειωτες τις γενιές των ελλήνων, ώσπου τις ανέστησε για να αναστεθεί μ΄αυτές».

Ο Κωνσταντίνος έζησε τον Κόδρο της Αθήνας και το Λεωνίδα της Σπάρτης, για να δώσει στην περίλαμπρη Βυζαντινή χιλιετία ένα τέλος, αντάξιο του πολιτισμού της και ν΄αφήσει στο Γένος την πολύτιμη εκείνη κληρονομιά, που ανέδειξε την Αλαμάνα και το Μεσολόγγι, τα Ψαρά και το Μανιάκι.

Επί αιώνες η ελληνική λαϊκή μούσα ψάλλει το θρήνο, ψάλλει το μύθο, ψάλλει την υπόσχεση :

«Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες

- Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζης,

πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας είναι ».

Ποιος ξέρει, αν αυτά τα λόγια δεν είναι μια αιώνια προφητεία ;

Ποιος δεν γνωρίζει το παλαικό τραγούδι μετά την άλωση ;

Ο ανώνυμος στιχουργός εξιστορεί με δραματικό τόνο το συνταρακτικό γεγονός της αλώσεως :

«Σημαίνει ο Θεός , σημαίνει η γής, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κ΄η Αγιά -Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα, και εξήντα δυό καμπάνες.

Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.

Τους παραπάνω στίχους δεν μπορούμε να τους ακούσουμε, χωρίς να ραγίσει η καρδιά μας. Είναι ένα αίσθημα που σου κυριεύει την ψυχή. Είναι η μεγάλη ιδέα και τις μεγάλες ιδέες τις ζουν τα έθνη, τα οποία είναι δοξασμένα από την ιστορία τους. Και όπως έχει γραφεί : «Οι μορφές αλλάζουν, το ιδανικό παραμένει». Η Ελλάδα θα αναγεννάται με τα ηθικά προστάγματα.

Και πρέπει να ειπωθεί ότι η Ελληνική ιδέα ενέπνεε πάντοτε και ζωογονούσε και ο πόνος δυνάμωνε την ελληνική ψυχή. Η πτώση της Βασιλεύουσας προκαλούσε ρίγη ιερής συγκίνησης και ξυπνούσε «στην εθνική ψυχή μυστικές και άγνωστες δυνάμεις, καθώς μεταδιδόταν, από γενιά σε γενιά». Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι την Ελληνική ιδέα τη δυνάμωνε η χριστιανική πίστη που είχε συνυφανθεί με αυτή για ν΄αποτελέσει τη νέα έκφανση του Ελληνισμού.

Η κυρά Δέσποινα με τους αγγέλους της και με τους ιερείς της, που είναι οι μεγάλοι διανοούμενοι και οι μεγάλοι κυβερνήτες δίνει το σύνθημα, προάγει με την παθητικήλατρεία και την σταυροφορία την ενεργή.

Η Κωνσταντινούπολη έπεσε και το Γένος υποδουλώθηκε. Η Κερκόπορτα έκρινε την ιστορία του κόσμου πικρή, θλιβερή, σκληρή και αποφράδα για το Γένος, υπήρξε η ημέρα της πτώσης της Βασιλίδος των πόλεων. Είναι άξιον ιδιαιτέρας μνείας ότι η Ευρώπη ταλαιπωρημένη από διχογνωμίες δεν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που διέτρεχε ο ελληνικός πολιτισμός. Το σαράκι του διχασμού είναι η συμφορά των εθνών. Ο διχασμός παρασέρνει τους μεγάλους και μικρούς στη ζάλη, σε μεγάλες καταστροφές.Η διχόνοια, η φαγωμάρα είναι το φίδι το φαρμακερό που δαγκώνει κάθε φορά τη φυλή μας πάνω σε κρίσιμες στιγμές της ιστορίας. Εγωισμός, υπερηφάνεια, φιλοδοξίες αχαλίνωτες και ασύμμετρες κάνουν συχνά τους έλληνες να χάνουν την προοπτική του κινδύνου.

Ας σημειωθεί ότι η πτώση του Ελληνισμού ωφέλησε την ανθρωπότητα και τούτο διότι πλήθος λογίων μετέβηκε στη Δύση και μετέδωσε τα ελληνικά γράμματα και τον πολιτισμό « από των προγόνων τ΄άφθαρτα βιβλία» λέει ο ποιητής και έτσι γίνονταν αφορμή να επέλθει πλήρης η Αναγέννηση στη Δύση.

Παρά τα δεινά που υπέστη η ελληνική φυλή, είναι προορισμένη από τη Θεία Πρόνοια να μεταλαμπαδεύσει εις αιώνα τον άπαντα τον ελληνισμό και όχι να αποθάνει.

Είναι αλήθεια ότι το Έθνος δεν λιποψύχησε. Ο θρύλος θέλησε τον Βασιλέα Κωνσταντίνο μαρμαρωμένο για να αναστηθεί μια μέρα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε επίσης, ότι η κραυγή της απελπισίας «πήραν την πόλη, πήραν την πόλη» διαδέχεται άλλη κραυγή παρηγοριάς «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ναι».

Κι έρχεται η φωνή του ποιητή που παρηγορεί εκείνους που ζουν στα μαύρα σκοτάδια της σκλαβιάς : «Μη σκιάζεστε στα σκότη. Η λευτεριά σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι, της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».

Ο Ελληνισμός είναι ζώσα ευγενική δύναμη, προορισμένη να δεσπόζει αιώνια. Οι αγώνες και οι θυσίες του ελληνισμού για 400 χρόνια θα έχουν ως φάρο και σύμβολο το «Μαρμαρωμένο Βασιλιά» που με την ηρωική θυσία του, θα περάσει στο Πάνθεον των Ηρώων της ελληνικής ιστορίας.

Και όπως αναφωνεί ο Εθνικός μας ποιητής : «Κλείσατε μέσα στην ψυχή σας την Ελλάδα, η οποία είναι υπεράνω χρόνου και τόπου και αισθανθείτε παντός είδους μεγαλείο».

Κλείνοντας την ομιλία μου, θα επαναλάβω ότι από την αποφράδα εκείνη ημέρα πέρασαν 561 χρόνια. Ο Ελληνισμός δεν πέθανε, ούτε θα πεθάνει ποτέ. Η νιόβη παραμένει στη θέση της, περιμένοντας καρτερικά το γυρισμό των παιδιών της στην ιερή γη των προγόνων .

Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει :

« Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

και μυρσίνη συ δοξαστική,

μη παρακαλώ σας,

μη λησμονάτε τη χώρα μου.»

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΕΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρβελέρ Ε., «Σας μιλώ για το Βυζάντιο», Ερμής, 2014

Αngold M., «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς», μετάφραση Α.Παππάς, Εκδόσεις Κριτική, 2013

Donald Nicol, «Ο Αθάνατος Αυτοκράτορας, Η ζωή και ο θρύλος του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου», Eurobooks, 2010

Ζακυνθηνός, Δ.Α.,Η Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως και η Τουρκοκρατία, Αθήνα 1954

Ζώρας Γ.Τ., Περί την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήνα, 1959

Ιστορικά, «Η Άλωση με τα μάτια των ξένων», τεύχος 84, Ελευθεροτυπία, 24 Μαΐου 2001

Λάσκαρις Κ., «Χρονικόν ανέκδοτον, σύνοψις ιστορικού», εκδ. Λάμπρος Σπ., Επιστημονική Επετηρίς Εθνικού Πανεπιστημίου, 1906-1907, Αθήνα 1909, σελ. 150-227

Παπαμιχαλοπούλου Κ., «Η Κωνσταντινούπολις Ελληνική επί 2577 έτη», Ελεύθερη σκέψις, 1996

Πασπάτης Α.Γ., «Πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Οθωμανών εν έτει 1453», Αθήνα, 1890

Σιμόπουλος Ν., «Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», Αθήνα, 1978

Σωφρονίδου Μ., «Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων το 1453», Ελεύθερη σκέψη, 2003

Σφρατζής Γ., «Chronicon minus, 1401-1477», Βουκουρέστι, 1966

Τωμαδάκης, Ν. Β., «Δούκα-Κριτόβουλου-Δφραντζής-Χαλκοκονδύλης, Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως». Συναγωγή κειμένων, Αθήνα 1969

Φραντζής Γ., «Μπάρμπαρο Νικολό, Η πόλις εάλω», Εκδ. Οίκος Α.Α. Λιβάνη, 1993

Χαλκοκονδύλη, «Λαόνικος, Historiae», εκδ. Drako, Βουδαπέστη, 1922-1927

Χρυσός Ε., «Η άλωσις της πόλης», Αθήνα, 1994



* Ομιλία του Παναγιώτη Ε.Πουλή, Ομότιμου Καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου PARIS 2,στην εκδήλωση Τιμής και Μνήμης που οργανώθηκε από την Ι.Μ.Αιτωλίας και Ακαρνανίας για την Πτώση της Βασιλεύουσας «ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ» στις 2 Ιουνίου 2014,στον αύλειο χώρο του Ιερού Καθεδρικού Ναού Αγίου Σπυρίδωνος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου.