Μουντιάλ, Goldman Sachs και οικονομία

Γράφει ο Βασίλης Φεύγας

Πολιτικός επιστήμονας, Σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας

Το ποδόσφαιρο είναι το δημοφιλέστερο άθλημα. Σύμφωνα με έρευνα της FIFA με το ποδόσφαιρo ασχολούνται σε παγκόσμιο επίπεδο περίπου 265 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες και σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε 5 εκατομμύρια περίπου διαιτητές και άλλους παράγοντες του ποδοσφαίρου. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο σημειώνει την υψηλότερη τηλεθέαση σε παγκόσμιο επίπεδο. Το γιατί το ποδόσφαιρο είναι το δημοφιλέστερο άθλημα έχει πολλές εξηγήσεις.

Μπορεί να είναι η γεωμετρική κίνηση των παιχτών και η σύνθεση των χρωμάτων, η γρήγορη εναλλαγή και ο ζωντανός του ρυθμός, που το κάνουν ένα εξαιρετικό τηλεοπτικό προϊόν. Μπορεί να είναι ο αταξικός χαρακτήρας του και η δημοκρατικότητα του. Στις κερκίδες και μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες χάνεται κάθε έννοια ταξικότητας. Παράλληλα η ευκολία με την οποία μπορεί να παίξει κάποιος ποδόσφαιρο (αρκεί μια αλάνα, δύο πέτρες για δοκάρια και μια μπάλα), αλλά ταυτόχρονα η απλότητα και οι κατανοητοί του κανόνες, το καθιστούν ένα εξαιρετικά προσβάσιμο άθλημα για κάθε άνδρα και γυναίκα. Την ίδια ώρα και σε επίπεδο Παγκοσμίου Κυπέλλου, το ποδόσφαιρο λαμβάνει εθνικό χαρακτήρα δημιουργώντας προσδοκίες για διάκριση, που θα γεμίσει με περηφάνια και αυτοπεποίθηση τους οπαδούς κάθε χώρας.

 

Το ποδόσφαιρο εκτός από δημοφιλέστερο άθλημα είναι ένα μεγάλο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό γεγονός. Ειδικά, ως οικονομικό γεγονός αποκτά όλο και περισσότερο ενδιαφέρον. Και αυτό φαίνεται καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν εισέλθει δυναμικά διεθνείς χρηματοοικονομικοί οίκοι με αναλύσεις αλλά και προβλέψεις.

Πρόσφατα η Goldman Sachs σε έρευνα της για το Παγκόσμιο Κύπελλο και την επίδραση του στην οικονομία αναφέρει ότι: “Κατά μέσο όρο, ο νικητής υπεραποδίδει έναντι της διεθνούς αγοράς κατά 3,5% στον πρώτο μήνα – ένα ουσιώδες μέγεθος, αν και η υπεραπόδοση εξασθενεί σημαντικά μετά από τρεις μήνες». Αντίθετα για τους φιναλίστ η ήττα αντανακλάται και στον δείκτη του χρηματιστηρίου όπου η μέση απόδοση για 7 από τους τελευταίους 9 ηττημένους των τελικών είναι 1,4% χαμηλότερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Ενδιαφέρον έχουν και άλλες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί κατά καιρούς και σχετίζονται με την παραγωγικότητα κάθε χώρας όταν αγωνίζεται η εθνική της ομάδα. Η Γαλλία το 2000 μετά τη νίκη στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κατέγραψε ανάπτυξη της τάξης του 4,1%, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της προηγούμενης 10ετίας. Επίσης, η Ιταλία μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ στη Γερμανία κατέγραψε ανάπτυξη της τάξης του 2%, υπερβαίνοντας τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της προηγούμενης 5ετίας. Και βέβαια η Ελλάδα μετά τη νίκη στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2004 ξεπέρασε το 4,5%, καταγράφοντας έτσι έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στη χώρα μας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνη τη χρονιά μετά το εξαιρετικό ξεκίνημα της Εθνικής Ελλάδος με το 2-1 επί της Πορτογαλίας, οι Έλληνες εργαζόμενοι ανέφεραν αύξηση της παραγωγικότητάς τους η οποία μεταφράστηκε σε κέρδη 18 εκατομμυρίων ευρώ για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Αντίστοιχα οι γαλλικές επιχειρήσεις απώλεσαν 250 εκατομμύρια ευρώ μετά τον αποκλεισμό της Εθνικής τους ομάδας, λόγω μείωσης της παραγωγικότητας των εργαζομένων τους κατά 15%.

Όσον αφορά τις προβλέψεις ήδη η Deutche Bank και η JP Morgan έχουν πέσει έξω, καθώς τα στατιστικά τους μοντέλα έβγαζαν ως νικήτρια του Μουντιάλ την Αγγλία. Μένει να δούμε αν θα επιβεβαιωθεί η PwC και η Goldman Sachs που προβλέπουν Βραζιλία. Μέχρι τότε όλοι μας ελπίζουμε να συνεχιστεί το μοναδικό θέαμα που προσφέρει το καλύτερο ίσως μουντιάλ έως σήμερα.