Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Γιατί με τον Καμμένο;

Γράφει ο Βασίλης Πάικος

Δημοσιογραφος

 

Ε ναι, δεν ακούστηκε καλά η κυβερνητική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθόλου καλά. Δεν ακούστηκε καλά πουθενά, από κανέναν, μέσα και έξω από τη Χώρα. Όσο για τον κόσμο της αριστεράς, κατά το μεγαλύτερό του μέρος πάγωσε, στην κυριολεξία. Και είναι απολύτως φυσικό. Όταν ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς συμπράττει μ' ένα καθαρόαιμο δεξιό, με ακροδεξιές μάλιστα «αποφύσεις». Ένα κόμμα με εθνικιστικές, με ξενοφοβικές - αντιμεταναστευτικές αντιλήψεις. Ένα μάλλον αλλοπρόσαλλο κόμμα, με προβληματικά τεκμήρια πολιτικού ορθολογισμού.

Τότε λοιπόν τι; Πως; Γιατί; Από πού κι ως που;


Η απάντηση είναι δραματικά απλή. Και, ως εκ τούτου, αφοπλιστική. Απλώς επρόκειτο για μονόδρομο. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Απολύτως καμία. Και δεν υπήρχε άλλη λύση επειδή, πρώτα - πρώτα, δεν θα έπρεπε, με κανέναν τρόπο, να πάμε σε δεύτερες εκλογές. Δεν θα το άντεχε η Χώρα, επ' ουδενί. Και ύστερα δεν υπήρχε «διαθέσιμος» άλλος κυβερνητικός εταίρος. Δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ξεκάθαρα αποκλείσει τη ΝΔ αλλά και το ΠΑΣΟΚ.

Ως υπεύθυνους για την ανθρωπιστική κρίση η οποία μαστίζει την ελληνική κοινωνία. Οπότε ο μόνος -θεωρητικά- διαθέσιμος εταίρος ήταν το Ποτάμι. Του οποίου όμως ο επικεφαλής έχει εκφράσει σοβαρές, και μάλλον ανελαστικές, αντιρρήσεις για βασικά σημεία του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης» του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη και για την αποκατάσταση του κατώτατου μισθού σε όρια στοιχειώδους ανθρώπινης επιβίωσης. Πρόγραμμα εν' ονόματι του οποίου ο ΣΥΡΙΖΑ εξασφάλισε την εμπιστοσύνη του λαού, μόλις προχθές. Και στο οποίο, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε, σε καμιά περίπτωση, να κάνει σκόντο.

Θα πει κανείς, ότι θα μπορούσαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις προγραμματικού χαρακτήρα με τον Σταύρο Θεοδωράκη. Οι οποίες κάπου ίσως θα μπορούσαν να οδηγήσουν. Θα μπορούσαν, είναι βέβαιο όμως ότι δεν αρκούσε γι αυτές το τριήμερο της πρώτης διερευνητικής εντολής. Γιατί βέβαια, αν δεν εξασφαλιζόταν ταχύτατα η δεδηλωμένη (όπως συνέβη με την περίπτωση του Καμμένου), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα ήταν υποχρεωμένος να ανοίξει τον κύκλο των διερευνητικών εντολών. Άσε που, επειδή οι δύο πρώτες εντολές (στον Τσίπρα και στον Σαμαρά) θα απέβαιναν άκαρπες, θα έπρεπε να δοθεί η τρίτη εντολή στον Μιχαλολιάκο. Ενδεχόμενο που κανείς δεν θα ήθελε ούτε να φανταστεί.

Και τώρα λοιπόν τι; Πως θα καταφέρουν να «συμβιώσουν» απρόσκοπτα ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ σε κυβερνητική βάση; Όταν τους χωρίζουν τόσα πολλά, τόσο σοβαρά και, προφανώς, αγεφύρωτα; Πως θα προωθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις προγραμματικές του θέσεις για το μεταναστευτικό; Για το σωφρονιστικό σύστημα; Για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους; Για τη συμβίωση των ομόφυλων ζευγαριών; Για τον ρόλο της αστυνομίας στο πλαίσιο μιας πραγματικά δημοκρατικής Πολιτείας; Για τα εξοπλιστικά προγράμματα των ενόπλων δυνάμεων, στην κατεύθυνση του ορθολογικού περιορισμού τους; Για την αντιμετώπιση της νεοναζιστικής απειλής; Για την προώθηση των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής σε αντι-εθνικιστική τροχιά; Για... για... για...

Επ' αυτού μπορούμε βασίμως να εικάσουμε ότι έχει υπάρξει μια καθαρή συμφωνία. Συμφωνία κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα προωθεί νομοθετικά τις σχετικές προγραμματικές του θέσεις, κι ας μην τις υπερψηφίζουν οι βουλευτές των ΑΝΕΛ. Με την βεβαιότητα ότι, επ' αυτών, θα εξασφαλίζει από αλλού τις ελλείπουσες κοινοβουλευτικές ψήφους. Από το ΚΚΕ, από το Ποτάμι ή και από το ΠΑΣΟΚ, κατά περίπτωση. Δίχως αυτό να οδηγεί σε αμφισβήτηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Και, επιτέλους, εάν στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας επέλθει ρήξη ανάμεσα στους δύο σημερινούς κυβερνητικούς εταίρους, ενδεχόμενο που λογικά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σήμερα σε κατάσταση αναπνοής από την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Οπότε θα μπορέσει μάλλον εύκολα να εξασφαλίσει από αλλού την «εμπιστοσύνη» ή την «ανοχή» που απαιτούνται για την διατήρηση της δεδηλωμένης. Λογικό δεν ακούγεται;