Γράφει ο Στάθης
Με έφερε ο δρόμος στον Κήπο των Ηρώων, στο ιερό κι όμορφο Μεσολόγγι. Πολλά χρόνια μετά απ’ όταν, 10-11 χρόνων παιδί τότε, είχε το σχολείο μου πάει επίσκεψη τα παιδιά του εκεί που συνέβησαν πράγματα έξω απ’ τα συνήθη. Θυμάμαι τον δάσκαλό μας τότε να ιστορεί σαν ραψωδός και, στιγμές-στιγμές, να δακρύζει.
Στα παιδικά αυτιά ήταν εκείνον τον καιρό (υποθέτω ότι είναι και σήμερα) φυσικό να ακούγονται οι ιστορίες των ηρώων και των θεών σαν κάτι το συμβατό με την τάξη και τη δομή του κόσμου τούτου, σαν κάτι το λογικό στην αλληλουχία των ανθρώπινων. Κι ας πάλευε ο δάσκαλος να μας εξηγήσει το εξαιρετικόν του πράγματος, το ασυνήθιστο, το μετουσιωτικό. Ο παιδικός μας κόσμος ήταν ακόμα γεμάτος θαύματα και θαυμαστά, ήταν ένας εντέλει δίκαιος -ή, που θα μπορούσε να γίνει δίκαιος- κόσμος, τι λοιπόν πιο λογικό απ’ το Κούγκι, τις Θερμοπύλες και τον Γιάννη Αγιάννη;!
Σήμερα, μετά από μια Ιλιάδα και στο μέσον μιας Οδύσσειας (μέσον; ποιος να ξέρει), βρέθηκα προσκυνητής στον Κήπο των Ηρώων. Είναι ένα κοιμητήριο -με τα οστά των αγωνιστών, όσα έχουν βρεθεί (και θα ανευρίσκονται για πολλά χρόνια ακόμα), θαμμένα εκεί, όλων γνωστών κι άλλων αγνώστων, άλλων παρακατιανών στον ανθρώπινο βίο τους κι άλλων αρχόντων, Ελλήνων και Φιλελλήνων - είναι ο κήπος των Μαρμαρωμένων Ηρώων.