Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Οικουμενική και... πράσσειν άλογα

Γράφει ο Βασίλης Πάικος

Δημοσιογραφος

Ναι, είναι αλήθεια. Όταν οι πολίτες ερωτώνται από τους δημοσκόπους για τη μορφή διακυβέρνησης που θα επέλεγαν, καταθέτουν την προτίμησή τους σε οικουμενικού χαρακτήρα κυβερνητικές λύσεις. Σε λύσεις του τύπου «όλοι μαζί». Όχι μόνο τώρα, πάντα. Σε δύσκολες και σε ευκολότερες στιγμές, πάντα. Ή, εναλλακτικά, σε κυβερνήσεις «μεγάλου συνασπισμού».

Πρόκειται για επιλογή αυθόρμητη σίγουρα, συναισθηματικού χαρακτήρα πιθανότατα, ελάχιστα πάντως πολιτική. Με την έννοια ότι μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Δίχως να υπεισέρχεται στο τι θα σήμαινε στην πράξη. Και πού θα οδηγούσε...

Πρόκειται, ασφαλώς, για τη θεμελιωμένη πεποίθηση ότι δυο ή περισσότεροι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα από έναν. Κάτι που, φυσικά, ισχύει γενικώς. Όχι όμως στην πολιτική. Τουλάχιστον όχι συνήθως και, σίγουρα, όχι πάντα. Δεδομένου ότι στην πολιτική έχουμε να κάνουμε με πολιτικές γραμμές, με προγράμματα, με ιστορικές διαδρομές, ακόμη και με κοσμοθεωρίες, ολότελα διαφορετικές μεταξύ τους. Όπως, καλή ώρα, εδώ σ΄ εμάς, σήμερα. Προκειμένου για τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας. Οπότε, αν επιχειρούσαν να συγκυβερνήσουν, και εάν συμπεριφέρονταν με πολιτική εντιμότητα αμοιβαίως, το αποτέλεσμα θα ήταν να περιοριστούν στα στοιχειώδη. Σε ένα minimum πρόγραμμα κοινής αποδοχής, που δεν θα τους έδινε περιθώρια τολμηρών (ίσως ούτε καν άτολμων) παρεμβάσεων στους σημαντικότερους τομείς της δημόσιας ζωής. Που πάει να πει ότι θα προέκυπτε στην πράξη ένα άκρως συντηρητικό διαχειριστικό αποτέλεσμα, επί της ουσίας βαθιά απολίτικο. Τη στιγμή που οι ανάγκες της χώρας απαιτούν βαθύτατες τομές, με φαντασία και με τόλμη, προπάντων με τόλμη.


Στις δημοκρατίες εξάλλου, η ανάγκη ύπαρξης της αντιπολίτευσης είναι εξίσου σοβαρή μ' εκείνη της κυβέρνησης. Προκειμένου να λειτουργεί διορθωτικά, προκειμένου να φρενάρει την κυβερνητική αυθαιρεσία, αλλά και προκειμένου να αποτελεί τη δυνάμει διάδοχη κατάσταση. Ε, λοιπόν, αρκεί να σκεφτεί κανείς, ποιος θα έπαιζε τον ρόλο της αντιπολίτευσης, σε περίπτωση «μεγάλου συνασπισμού», συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - Ν.Δ. Και ποια θα ήταν έτσι η πολιτική προοπτική του τόπου. Τόσο τραγικά κοντόφθαλμη η τέτοια οπτική των πραγμάτων...

Εκ του πονηρού...

Δεν τα ξέρει άραγε όλ' αυτά ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης; Ο πρόεδρος της Ν.Δ., ο οποίος έχει αναγάγει τη συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κεντρική προεκλογική του σημαία; Ασφαλώς και τα ξέρει, πολύ καλά μάλιστα. Όμως λαϊκίζει, λαϊκίζει ανενδοίαστα. Με την έννοια ότι επιχειρεί να κολακεύσει την επιθυμία της πλειονότητας των πολιτών. Λέγοντάς τους αυτά που θα ήθελαν ν' ακούσουν. Αλλά όχι μόνον αυτό. Ο σκοπός του πάει πολύ μακρύτερα. Με πολύ συγκεκριμένες και διόλου αθώες προεκτάσεις. Επιχειρώντας να βάλει και τον ΣΥΡΙΖΑ στο τσουβάλι επιθυμεί, καταφανέστατα, να δείξει ότι «όλοι το ίδιο είμαστε». Λογοδοτώντας στο παραδοσιακό ιδεολογικό σύμπλεγμα της πάσης Δεξιάς. Κι εξάλλου ξέρει καλά πως αν πετύχαινε τον στόχο του, το πρώτο-πρώτο και το μέγιστο που θα εξασφάλιζε είναι ο πολιτικός ευνουχισμός της Αριστεράς. Η οποία δεν θα μπορούσε να προωθήσει ούτε μία από τις κεντρικές προγραμματικές της επιλογές. Τις παράπλευρες (και διορθωτικές) της συμφωνία με τους δανειστές, αλλ' ακόμη λιγότερο τις προβλεπόμενες από το παράλληλο πρόγραμμά της.

Πώς θα μπορούσε, ας πούμε, να περάσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις δεδομένες ριζοσπαστικές του θέσεις για το προσφυγικό - μεταναστευτικό; Με γνωστή (και πολλαπλώς εκπεφρασμένη) την άποψη των κεντρικών στελεχών της Ν.Δ. για μια περίκλειστη Ελλάδα σε μια Ευρώπη - φρούριο; Πώς θα μπορούσε να σύρει τους καναλάρχες σε καθεστώς αδειοδοτικής αλλά και φορολογικής νομιμότητας; Πώς θα μπορούσε να εισαγάγει τον φόρο της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, και γενικότερα τον φορολογικό εξορθολογισμό, με επιβάρυνση, φυσικά, των εχόντων; Πώς θα μπορούσε να ξεσκονίσει τις διάφορες λίστες της αμαρτίας, στις οποίες φιγουράρουν επιφανή στελέχη του συντηρητικού πανθέου; Πώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναπατρισμό των κεφαλαίων, όταν είναι ο καταδικός της κόσμος, τα ονόματα του οποίου κοσμούν τους περισσότερους «ξενιτεμένους» λογαριασμούς; Πως θα μπορούσε να προωθήσει τη δίκαιη (όπως και όλων των άλλων Ελλήνων) φορολόγηση των βουλευτών καθώς και το «λογικότερο» μισθολόγιο των υπουργών;

Αυτά δηλαδή που ήδη είχε εξαγγείλει ο Αλέξης Τσίπρας πριν από την παραίτησή του. Πώς θα μπορούσε η Αριστερά να αντιμετωπίσει το πολυπλόκαμο σύστημα διαπλοκής που λυμαίνεται τη Χώρα; Όταν το ένα από τα δύο του σκέλη βρίσκεται, κατά κύριο λόγο, εγκατεστημένο στους κόλπους της Ν.Δ.; Πως θα διαπραγματευόταν το χρέος της χώρας, όταν η Ν.Δ. πιστεύει και διακηρύσσει πως είναι ήδη «βιώσιμο»; Και, επιτέλους, με ποια οπτική θα αντιμετώπιζε και θα διαχειριζόταν τα ευρωπαϊκά πράγματα; Μ' εκείνη της Ευρωδεξιάς τού «όλα καλώς καμωμένα», ή μ' εκείνη της Ευρωαριστεράς, που παλεύει για την αλλαγή των συσχετισμών και τη διόρθωση της ευρωπαϊκής πορείας; Πεδίο επί του οποίου ο Τσίπρας έδωσε ήδη σκληρές μάχες και μάτωσε σ' αυτές.

Είναι ολοφάνερο πώς και γιατί η αφρόκρεμα της ευρωπαϊκής ελίτ, από κοντά και οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι των εγχώριων μεγάλων συμφερόντων κάθε λογής, με εμπροσθοφυλακή, εννοείται, τους δημοσιογραφικούς τους απολογητές, παλεύουν αυτές τις μέρες με νύχια και με δόντια για να οδηγήσουν τα πράγματα σε οικουμενικές λύσεις ή στον «μεγάλο συνασπισμό». Ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Είναι όμως ακόμη πιο φανερό γιατί η Αριστερά δεν θα μπορούσε ποτέ να το δεχτεί. Επειδή δεν συμφέρει επ' ουδενί τη χώρα και τον λαό της. Αλλά κι επειδή δεν είναι διατεθειμένη ν' αυτοκτονήσει. Τόσο απλά...