Διάλογοι με ένα Ποιητή

Στον ποιητή Νίκο Μπλάγκα

Στην καταπληκτική ταινία «Οι Ώρες», η Βιρτζίνια Γουλφ μιλώντας, σαν σε παραλήρημα, με την ανηψιά της για το καινούργιο της βιβλίο, της λέει ότι είναι ανάγκη για την πλοκή κάποιος να πεθάνει.
«Ποιος θα πεθάνει;» ρωτάει η μικρή.
«Ο πιο ευαίσθητος, ο ποιητής» απαντάει η Γουλφ. 
Αυτή η φράση μου έρχεται πάντα στο μυαλό όταν σκέφτομαι τον άκαιρο χαμό του Νίκου Μπλάγκα, του φωτεινότερου ίσως πνεύματος της ευρύτερης περιοχής, που είχα την τύχη και τιμή να αγγίξω, έστω και μέσα από διαλόγους, έστω και μέσα από τις στάχτες του νου. Δεν έχω γνωρίσει άλλο άτομο με τέτοια φυσική ευγένεια, ήθος, όμορφο λόγο και ευέλικτο χειρισμό της γλώσσας.

Άφησε πίσω του δυο βιβλία [εκδομένα], την «Διελκυστίνδα» και την «Πορεία», τίτλοι χαρακτηριστικοί της ζωής του. Και τα δυο γράφτηκαν πριν κλείσει τα είκοσί του χρόνια, μια άλλη περίπτωση ενός Έλληνα Αρθούρου Ρεμπώ, ενός ταλέντου που διέγραψε την πορεία του νωρίς, σε μια φλασιά, και μετά χάθηκε πρόωρα, χωρίς ποτέ να ανθίσουν οι τεράστιες δυνατότητες. «Τί φταίει ο χαλκός εάν ξυπνήσει σάλπιγγα;», αναρωτιόταν ο Ρεμπώ. Με παρόμοιο τρόπο κι ο Νίκος ήρθε να συνειδητοποιήσει την ποιητική του μοίρα από πολύ νέος.




Η ουσία του ποιητικού έργου θα μπορούσε να οριστεί με την φράση της Κικής Δημουλά, που ουσιαστικά αποτελεί παραλλαγή ενός αρχαίου κινέζικου ρητού: «Περπατάς σε μια έρημο και ακούς ένα πουλί να κελαηδά. Όσο παράξενο και εάν είναι ένα πουλί να εκκρεμεί στην έρημο, εσύ είσαι υποχρεωμένος να φυτέψεις ένα δένδρο». Πράγματι, όταν η έμπνευση κρούει, ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να φτιάξει το ποίημα, να αραδιάσει τις λέξεις έτσι, ώστε ο νους να πάρει καινούργιες, αδοκίμαστες στροφές.

«Πάντα αναρωτιόμουν για το ποιος γράφει το ποίημα», μου έλεγε ο Νίκος. «Από πού έρχεται η έμπνευση; Είμαι εγώ που το σκέφτομαι, το δημιουργώ και τελικά το γράφω ή μήπως η πηγή του είναι κάτι α-νόητον, κάτι πέρα από τον νου;». Όταν τον ρώτησα για το πότε για πρώτη φορά έθεσε αυτό το καίριο ερώτημα στον εαυτό του μου απάντησε «Στα έξη μου! Πώς θα μπορούσα να πιάσω την πέννα εάν πρώτα δεν είχα απαντήσει το ερώτημα ποιος γράφει;». Ένα εξάχρονο παιδί που θέτει τέτοια ερωτήματα δεν μπορεί παρά να είναι μια λαμπρή ιδιοφυία, ένα σπάνιο άνθος, ένα πολύτιμο δώρο στον τόπο που τον φιλοξενεί, που τον δανείζεται για λίγο από το άπειρο. Πάντα ο Νίκος, η παρουσία του, ήταν για μένα ένα μεγάλο μέρος της ψυχής του Μεσολογγίου, αυτού που έδινε νόημα στα κουρέλια της καθημερινότητάς μας.

Θυμάμαι κάποτε που προσπάθησα να τον φέρω σε επαφή με ένα επίδοξο συγγραφέα, που έψαχνε πληροφορίες για τον Μάρκο Μπότσαρη, για ένα βιβλίο του. Ο Νίκος αρνήθηκε πεισματικά. Όταν τον ρώτησα γιατί, μου απάντησε «Εγώ, μωρέ, δεν είμαι άνθρωπος του κάτσε κάτω να στα ‘πω. Συζητητή ψάχνω, συνομιλητή. Να μπούμε μέσα σε μια βάρκα και να βγούμε στα ανοιχτά, χωρίς προορισμό». Είχα την ευλογία να μπω στην ίδια βάρκα με τον Νίκο και να ανοιχτούμε σε πλατειά πελάγη αρκετές φορές. Είχαμε αρκετές συναλλαγές, φυσικά όλες εκτός εμπορίου, ένα πάρε-δώσε, χωρίς να πουλάς ή να αγοράζεις τίποτα. Εάν υπάρχει κάτι που περνάει από χέρι σε χέρι, αυτό είναι το ουσιαστικότερο, το λεπτότερο, το πιο διάφανο μέρος της φύσης μας. Εγώ Φυσικός, τάχα μου ο επιστήμονας, αλλά με μια άσβεστη δίψα για βουτιές στο αφηρημένο, προσεγγίζοντάς το πατώντας στις ιδέες και εξισώσεις της νέας φυσικής και των μαθηματικών, και ο Νίκος, ο ποιητής, που σαν σαΐτα το έφτανε άμεσα. Αυτό είναι το πλεονέκτημα των ποιητών. αγγίζουν το αφηρημένο, το ουσιώδες, άμεσα, και ας χρησιμοποιούν λέξεις και εικόνες που θυμίζουν νου και λογική.

Κάποτε συζητάγαμε κάποιες θεωρίες για το «φως», για την αντίληψη και την συνείδηση, για την σχέση μεταξύ του παρατηρητή και του παρατηρούμενου, και για το ότι, τελικά, όλα αυτά αποτελούν ένα εμπόδιο στην αυτοπραγμάτωση. Αφού ανέλυσα το θέμα από «επιστημονική» και φιλοσοφική σκοπιά μου λέει «ξέρεις έχω γράψει ένα αδημοσίευτο ποίημα πάνω σε αυτό το θέμα» [αυτά τα λέγαμε τα ποιήματα της σακούλας, κομμάτια χαρτιών με ποιήματα που τα φύλαγε σε μια σακούλα για να τα δώσει αργότερα στα παιδιά του, όπως μου έλεγε.] Το ποίημα ήταν το ακόλουθο: «Θεατής - θεώμενος, το μέγα θύμα της φωτοχυσίας». Έμεινα άφωνος. Δεν μπορούσα να φανταστώ τίποτα που να συνόψιζε με τόσο άμεσο και ολοκληρωμένο τρόπο την όλη συζήτηση.

Αυτό το παράδειγμα όμως είναι ένα από δεκάδες παρόμοιες πτήσεις ή βουτιές στο αφηρημένο. Είχαμε πει, μισοαστεία μισοσοβαρά, ότι θα γράψουμε ένα βιβλίο για όλους τους αξιοσημείωτους διαλόγους μας, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Είχε σταματήσει να δημοσιεύει αλλά όχι να γράφει ποιήματα της σακούλας. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν έχει ενεργό εκδοτικό ρόλο μου απάντησε «Τώρα μιλάνε όλοι. Δεν θέλω να προσθέσω στον θόρυβο». Ζούμε σε μια εποχή καταναλωτισμού και ευτέλειας. Αν τα λόγια δεν είναι του καφενείου ή του γηπέδου δυσκολεύονται να περάσουν πιο μέσα. Περάσαμε από την αισθηματολογία στην εγκεφαλικότητα, στην πολιτικολογία και τον κυνισμό. Κάνουμε τα πάντα, αρκεί να μην χρειαστεί να κοιτάξουμε μέσα μας, να δούμε τον εαυτό μας όπως είναι.

Μια φορά μιλούσαμε για τον Ελύτη και τον ρώτησα γιατί είχε ονομάσει ένα βιβλίο του «Τα Ρω του Έρωτα». γιατί όχι τα «έψιλον» ή τα «ταυ» του Έρωτα. Σκέφτηκε για μια στιγμή και μου λέει «ίσως γιατί το ρω είναι υγρό σύμφωνο». Τον διέκοψα αμέσως «δεν χρειάζεται να πεις τίποτα άλλο», είπα. Είχα αντιληφθεί το θέμα άμεσα μιας και το υγρό στοιχείο πάντα συμβόλιζε τα συναισθήματα. Κάπως έτσι ήτανε η σχέση μας, μια-δυο νύξεις ήταν αρκετές για να κοινωνήσουμε την κατανόηση, μια-δυο λέξεις ήταν αρκετές για να συμπυκνώσουν ένα ολόκληρο κεφάλαιο ενός βιβλίου!

Αυτό το κείμενο δεν είναι ένας επικήδειος για τον Νίκο σαν δικηγόρο, σύζυγο, απόγονο, πολιτευτή ή Αϊ-Συμιώτη. Οι όψεις αυτές υπήρχαν αλλά δεν είμαι εγώ κατάλληλος να μιλήσω γι’ αυτές. Είναι μια αναφορά στο ποιητή και αδερφό μου, Νίκο Μπλάγκα, βέβαια αναγκαστικά μέσα από την προκρούστεια ματιά μου. Είναι μια αναφορά στο φωτεινότερο ίσως κομμάτι του, αυτό που μου λείπει αφάνταστα, αυτό που κρεμασμένο σαν χρυσόμαλλο δέρας από ένα τσιγκέλι το βλέπω να το δέρνουν οι άνεμοι, χωρίς κάποιο χέρι να απλώνεται προς αυτό, χωρίς να λείπει σε κάποιον. Είναι αφόρητο το να συνεχίζεται η ζωή στην πόλη έτσι, χωρίς να νοιάζεται κανένας που χάθηκε μια ύπαρξη τόσο πολύτιμη. Δεν έχω παρά να αποδεχτώ την ήττα. Οι μέρες θα κυλάνε και εγώ θα μπαινοβγαίνω στο Νέο Καφέ, φίλε, ξέροντας όμως ότι δεν θα σε ξανασυναντήσω, παρά μόνο σε μνήμες και απόηχους του νου. Ξέροντας ταυτόχρονα ότι τίποτα δεν μπορεί να σε σβύσει.  Αντίο.

Σπύρος Μαργέτης